Αναζήτηση
Προχωρημένη Αναζήτηση
 
  ΑΡΧΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΧΟΡΟΥ  
  ΣΚΟΠΟΙ- ΔΡΑΣΕΙΣ
  ΔΙΟΙΚΗΣΗ
  ΕΠΙΤΙΜΑ ΜΕΛΗ - ΕΦΟΡΟΙ -ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ
  ΣΥΜΠΟΣΙΑ ΓΙΑ TH ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ  
  ΣΥΜΠΟΣΙΑ
  ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΑΡΘΡΑ & ΕΡΓΑΣΙΕΣ  
  ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ
  ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΟΧΟΡΕΥΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΠΡΕΒΕΖΗΣ  
  H ΜΟΥΣΙΚΟΧΟΡΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΠΡΕΒΕΖΗΣ
  ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ «COSMO ECHO - ΣΥΝΗΧΗΣΗ ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΤΗΣ ΓΗΣ»  
  «COSMO ECHO» - GREECE 2007
  ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΧΟΡΟΥ «COSMO DANCE»  
  ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΧΟΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
 
 
 
 
 
 
 
 
 
  Ο ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΣΤΟ ΕΝΤΕΧΝΟ ΛΑΪΚΟ  
     
 

Στα 50 χρόνια της συνθετικής πορείας του Μάνου Χατζιδάκι, από το 1944 ως το 1994, η επίδραση της ελληνικής λαϊκής μουσικής παράδοσης στη μουσική έμπνευση του συνθέτη ήταν καταλυτική και καθοριστική τόσο για το έργο του ιδίου όσο και για το γενικότερο μουσικό γίγνεσθαι. Πιο συγκεκριμένα:

Στα μέσα της δεκαετίας του ’40, ο Μ.Χ. ανακαλύπτει την αλήθεια που κρύβουν τα ρεμπέτικα ή αλλιώς τα λαϊκά αστικά τραγούδια (όπως τα ονόμαζε ο ίδιος) και μαγεμένος από αυτά, ενσωματώνει στα έργα του ρυθμικά και μελωδικά στοιχεία τους, συνδυάζοντας έτσι τις κλασικές του σπουδές στο πιάνο με τη λαϊκή και τη ρεμπέτικη μουσική.
 
     
 
 

Ο ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΣΤΟ ΕΝΤΕΧΝΟ ΛΑΪΚΟ 1

 

             Στα 50 χρόνια της συνθετικής πορείας του Μάνου Χατζιδάκι, από το 1944 ως το 1994, η επίδραση της ελληνικής λαϊκής μουσικής παράδοσης στη μουσική έμπνευση του συνθέτη ήταν καταλυτική και καθοριστική τόσο για το έργο του ιδίου όσο και για το γενικότερο μουσικό γίγνεσθαι. Πιο συγκεκριμένα:

Στα μέσα της δεκαετίας του ’40, ο Μ.Χ. ανακαλύπτει την αλήθεια που κρύβουν τα ρεμπέτικα ή αλλιώς τα λαϊκά αστικά τραγούδια (όπως τα ονόμαζε ο ίδιος) και μαγεμένος από αυτά, ενσωματώνει στα έργα του ρυθμικά και μελωδικά στοιχεία τους, συνδυάζοντας έτσι τις κλασικές του σπουδές στο πιάνο με τη λαϊκή και τη ρεμπέτικη μουσική. Ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων επιρροών είναι το πρελούδιο «συνομιλία με τον Προκόφιεφ», από το πιανιστικό έργο Για μια μικρή λευκή αχιβάδα (ορ. 1, 1947).  Το πρελούδιο είναι χτισμένο στον 2σημο χορευτικό ρυθμό του χασάπικου, τον οποίο κρατάει και τονίζει το αριστερό χέρι στο πιάνο (που έχει το ρόλο του μπάσου),  με  το  χαρακτηριστικό  ρυθμικό μοτίβο στη συνοδεία: θέση-άρση, θέση-άρση ( | __ | __ ).

Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα επίδρασης της λαϊκής /  ρεμπέτικης μουσικής στο έργο του Μ.Χ. είναι η εισαγωγή απ’ το θεατρικό έργο του Λόρκα Ματωμένος Γάμος (1948), της οποίας ο μελωδικός πυρήνας, καθώς και το ρυθμικό σχήμα είναι βασισμένα στο ρυθμο-μελωδικό μοτίβο του ρεμπέτικου τραγουδιού «Αρχόντισσα» του λαϊκού δημιουργού Βασίλη Τσιτσάνη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στη μικρή λευκή αχιβάδα και το Ματωμένο Γάμο, εκτός από την επίδραση της λαϊκής/ ρεμπέτικης μουσικής παρατηρείται και εκείνη της δημοτικής μουσικής σ’ ό,τι αφορά τους ρυθμούς. Πιο συγκεκριμένα, ο Μ.Χ. χρησιμοποιεί στο πιανιστικό αυτό έργο (το οποίο είναι σουίτα χορών), το ρυθμό του καλαματιανού, του συρτού, του μπάλλου, του τσάμικου, της σούστας, πετυχαίνοντας έτσι να συνδυάσει τη μορφολογική δομή και την τεχνική της δυτικο-ευρωπαϊκής μουσικής με τους ρυθμούς της λαϊκής και της δημοτικής παράδοσης. Έτσι, ο Μ.Χ. θέτει πρώτος τις θεμελιώδεις αρχές για την έντεχνη λαϊκή μουσική και το πέρασμα από το παραδοσιακό στο έντεχνο στοιχείο. 

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις των λαϊκών και παραδοσιακών χορευτικών ρυθμών που χρησιμοποιεί ο Μ.Χ. παρατηρείται το φαινόμενο της μετάβασης από το αυθόρμητο παίξιμο των λαϊκών και παραδοσιακών οργανοπαικτών στην επεξεργασμένη καταγραφή σε παρτιτούρα από μουσικά μορφωμένο συνθέτη και από το φυσικό περιβάλλον, είτε ύπαιθρος είτε λαϊκή ταβέρνα (όπου επιτελείται ένας χορός), στην αίθουσα συναυλιών και στις αίθουσες ωδείων.

      

Η αγάπη αλλά και η βαθύτερη επιθυμία του Μ.Χ. ν’ αναγνωριστεί ευρύτερα το ρεμπέτικο τραγούδι εκδηλώνεται εντονότερα με την ομιλία του «για την ερμηνεία και θέση του σύγχρονου αστικού τραγουδιού», στο Θέατρο Τέχνης το 1949 και λίγο αργότερα με τη δημιουργία των Έξι λαϊκών ζωγραφιών, το 1949-50, όπου επεξεργάζεται έξι ρεμπέτικα τραγούδια και τα παρουσιάζει σε διασκευή για πιάνο, σα να ήταν λόγιες συνθέσεις, χωρίς όμως ν’ αφαιρεί το λαϊκό χρώμα τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο, πλησιάζει το ευρύ αστικό κοινό, καθώς και τους ειδήμονες της λόγιας δυτικής μουσικής (όπως τη μουσικοκριτικό Σοφία Σπανούδη και το συνθέτη Μανώλη Καλομοίρη), προσφέροντάς τους μια μουσική που έχει γνήσια λαϊκή προέλευση μ’ έναν τρόπο πιο δόκιμο και οικείο γι’ αυτούς. Η επιλογή του πιάνου για τη μεταγραφή των λαϊκών μελωδιών και ρυθμών συμβάλλει κατά πολύ προς αυτή τη γεφύρωση και είναι κι ένα αποδεικτικό στοιχείο της μετάβασης από τα λαϊκά έγχορδα όργανα της οικογένειας του μπουζουκιού σ’ ένα όργανο κατεξοχήν της λόγιας δυτικής μουσικής: το πιάνο.

          Ο χορός, αυτός καθαυτός, ως μια άλλη έκφραση και ταυτόχρονα ως αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής λαϊκής μουσικής παράδοσης, είναι επίσης μέσα στα ενδιαφέροντα του Μ.Χ.. Ως συν-ιδρυτής του Ελληνικού Χοροδράματος (μαζί με τη χορογράφο Ραλλού Μάνου, τους ζωγράφους Γιάννη Τσαρούχη, Γιάννη Μόραλη, Νικόλαο Χατζηκυριάκο-Γκίκα και Σπύρο Βασιλείου), το 1949-1950, υπόσχεται τη «δημιουργία χαρακτηριστικής και πρωτοπόρου ελληνικής θεατρικής τέχνης, και προβολή της Ελλάδος μέσω της τέχνης αυτής». Προϋπόθεση για μια τέτοια προβολή είναι η «χρησιμοποίηση των χορογραφικών, μουσικών και ενδυματολογικών στοιχείων της ελληνικής παραδόσεως», όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στη διακήρυξη της ίδρυσης του Ελληνικού Χοροδράματος.[2] Έμπρακτη απόδειξη της διακήρυξης αυτής τα μπαλέτα του Μ.Χ.: Μαρσύας (1949), Καταραμένο Φίδι (1949), Έξι λαϊκές ζωγραφιές (1949-1950) κι Ερημιά (1958), σε μια ακαδημαϊκού τύπου φολκλορική εκδοχή, όπου τα τσάμικα και τα καλαματιανά της δημοτικής παράδοσης εναλλάσσονται με τα χασάπικα και τα ζεϊμπέκικα της λαϊκής/ ρεμπέτικης μουσικής, όπου το απλοϊκό Θέατρο Σκιών συνδιαλέγεται και «περπατάει» πάνω στις περισπούδαστες χορογραφίες της Ραλλούς Μάνου και όπου τα σκηνικά και τα κοστούμια καταξιωμένων Ελλήνων ζωγράφων (Τσαρούχη, Χατζηκυριάκου-Γκίκα, Μόραλη) ζωντανεύουν το ελληνικό παραδοσιακό ύφος.

           Σ’ ό,τι αφορά τους ρυθμούς, ως δομικό στοιχείο της μουσικής δημιουργίας, το οποίο δανείζεται ο Μ.Χ. από την ελληνική λαϊκή μουσική παράδοση, παρατηρούνται τα εξής:

        α)   Παρότι οι ρυθμοί που δανείζεται ο Μ.Χ. και από τα δυο είδη μουσικής (τη λαϊκή και τη δημοτική) είναι ως επί το πλείστον χορευτικοί. Το τελικό, όμως, μουσικό αποτέλεσμα χαρακτηρίζεται περισσότερο «επιτραπέζιο» παρά χορευτικό. Ο Μ.Χ. επιδιώκει να κατευθύνει τον ακροατή σε μια πιο εσωτερική «ανάγνωση» των τραγουδιών του, προκειμένου να προβληθεί η δύναμη που περιέχουν.

      β)  Από τα διάφορα ρυθμικά χορευτικά σχήματα που υπάρχουν για τον κάθε ρυθμό (π.χ. οι ρυθμοί της δημοτικής παράδοσης παρουσιάζουν ποικιλία στην εσωτερική τους δομή), ο Μ.Χ. χρησιμοποιεί το συνηθέστερο ρυθμικό σχήμα. Επιλέγει δηλ. το γένος, την ευρύτερη οικογένεια του χορού κι όχι ένα συγκεκριμένο είδος του που συναντάται σε τοπικό επίπεδο μόνο. Π.χ. για τον μπάλλο υπάρχουν 4 ρυθμικά σχήματα σε 2/4    Ο Μ.Χ. χρησιμοποιεί το συνηθέστερο από αυτά: Αυτό όχι μόνο γιατί το γένος είναι πιο οικείο στο ευρύ κοινό (κι όχι οι επιμέρους και οι κατά τόπους παραλλαγές του), αλλά και γιατί η ουσία κι επιδίωξη της μουσικής του Μ.Χ. είναι η αναγνωρισιμότητα των στοιχείων από την ελληνική λαϊκή μουσική παράδοση.

Γενικά, παρατηρείται ότι όλες οι συνθέσεις του Μ.Χ. που εμπεριέχουν και αναπαράγουν στοιχεία από την ελληνική λαϊκή μουσική παράδοση φανερώνουν την (συνειδητή ή υποσυνείδητη) ανησυχία του Μ.Χ. ν’ ανακαλύψει ή/ και να δημιουργήσει μαζί με τη λεγόμενη γενιά του ’30 (Ελύτη, Γκάτσο, Τσαρούχη, Χατζηκυριάκο-Γκίκα, Σεφέρη, οι οποίοι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της αισθητικής του Μ.Χ.), τη νέα ελληνική μουσική ταυτότητα σε μια εποχή λίγο μετά τον εμφύλιο πόλεμο, όταν ο πολιτιστικός προσδιορισμός και η καλλιτεχνική ανασυγκρότηση ήταν επιτακτικές ανάγκες περισσότερο από ποτέ. 

         Η πρωτοτυπία και η επιτυχία των έργων του Μ.Χ. έγκειται στη διαλεκτική σχέση της λόγιας με την παραδοσιακή μουσική: από τη μεν πρώτη ο Μ.Χ. παίρνει τη δεξιοτεχνία και την απαραίτητη θεωρητική γνώση για την επεξεργασία των επί μέρους συστατικών στοιχείων (ρυθμικών, μελωδικών, μορφολογικών) και από τη δε δεύτερη δανείζεται τις -αποθησαυρισμένες στο συλλογικό ταμείο του λαϊκού μουσικού πολιτισμού- μελωδίες και ρυθμούς. Με άλλα λόγια, η λόγια ευρωπαϊκή μουσική προσφέρει την απαραίτητη τεχνογνωσία για περαιτέρω επεξεργασία, ενώ η ελληνική παραδοσιακή μουσική το υλικό προς επεξεργασία με βάση την τεχνογνωσία αυτή. Έτσι, στα έργα του Μ.Χ. το ένα μουσικό είδος τροφοδοτεί το άλλο.

Το τελικό μουσικό αποτέλεσμα αυτής της συνύπαρξης είναι εύληπτο τόσο στους ακροατές της λόγιας δυτικής όσο και της παραδοσιακής μουσικής, όπως τόσο στους ακροατές στην ύπαιθρο όσο και σ’ εκείνους στην πόλη, ενώ διατηρείται παράλληλα, στη μουσική του Μ.Χ., μια ποιότητα αισθητικής.

Έτσι, ο Μ.Χ. συμβάλλει πολύ στο να δημιουργηθεί απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’50 ένα πρωτόγνωρο για την εποχή είδος μουσικής, η -ονομαζόμενη αργότερα- έντεχνη λαϊκή μουσική, η οποία εμπεριέχει τη «σοβαρότητα» της λόγιας δυτικής μουσικής και την «ελαφράδα» της παραδοσιακής μουσικής και η οποία ως μουσικό είδος αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μετάβασης από το αμιγώς παραδοσιακό στο λόγιο αστικό στοιχείο. 

 

Ρενάτα Δαλιανούδη

Δρ Εθνομουσικολογίας Παν/μίου Αθηνών

Παραγωγός Ε.ΡΑ.- Συγγραφέας

Μέλος Ερευνητικών Προγραμμάτων «ΘΑΛΗΤΑΣ» & «ΑΝΘΕΜΟΥΣΑ» του Παν/μίου Αθηνών,

του Ιδρύματος Τεχνολογίας & Έρευνας (Ι.Τ.Ε.)/ Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών (Ι.Μ.Σ.)

Μέλος της Διεθνούς Οργάνωσης Λαϊκής Τέχνης IOV-in operational relations with UNESCO

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το παρόν άρθρο είναι μέρος της διδακτορικής διατριβής της Δρ Εθνομουσικολογίας Παν/μίου Αθηνών Ρενάτας Δαλιανούδη, με τίτλο: «Ο Μάνος Χατζιδάκις και η ελληνική λαϊκή μουσική παράδοση». (1400 σελίδες υπό έκδοση)

2 Βλ. Ελληνικό Χορόδραμα 1950-1960, εκδ. Ελληνικού Χοροδράματος, Αθήνα 1961, σελ. 179.

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΑ, ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΕΣ (ελληνική & ξένη)

 

1.   Adorno Theodor, Τρία κείμενα μουσικής κοινωνιολογίας, εκδ. Πρίσμα, Αθήνα 1991.

2.    Αμαργιανάκης Γεώργιος, Για μια μορφολογία του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού (Σημειώσεις), Αθήνα 1994.

3.    --- Εισαγωγή στην ελληνική δημοτική μουσική (Σημειώσεις), Αθήνα 1999.

4.    Ανωγειανάκης Φοίβος, Η μουσική στη νεότερη Ελλάδα, επίμετρο στο: Karl Nef, Ιστορία της Μουσικής, εκδ. Ν. Βότση, Αθήνα 1958, 2η έκδοση Αθήνα 1985, σελ. 546-611.

5.    Baud-Bovy Samuel, Δοκίμιο για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, εκδ. Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα,  β’ έκδ. Ναύπλιο 1994.

6.   Blacking John, Η έκφραση της ανθρώπινης μουσικότητας, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1981.

7.   Βουρνάς Τάσος-Γαρίδη Ελένη, Η παράδοση και η επιβίωσή της στο σημερινό πολιτισμό μας, εκδ. Τολίδη, Αθήνα 1979.

8.   Braunmüller K, Xορός: έκφραση ζωής, εκδ. Salto, Θεσσαλονίκη 1998.

9.   Buckman P, Let’s dance: social, ballroom & folk dancing, εκδ. Paddington Press, Nέα Yόρκη & Λονδίνο 1978.

10. Βυλερμόζ Εμίλ, Ιστορία της Μουσικής, εκδ. Υποδομή, τ. Α’, Αθήνα 1979.

11. --- Ιστορία της Μουσικής, εκδ. Υποδομή, τ. Β’, Αθήνα 1980.

12.  Γεωργιάδης Νέαρχος, Από το Βυζάντιο στο Μάρκο Βαμβακάρη- η προϊστορία του λαϊκού ρεμπέτικου τραγουδιού, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2η έκδοση Αθήνα 1997.

13. Dalhaus Carl, Nineteenth Century Music, μτφρ. J. Bradford Robinson, εκδ. University of California Press, Berkley & Los Angeles 1989.

14.  Griffiths Paul, Μοντέρνα μουσική, μετφρ. Μαρία Κώστιου, επιμ. Απ. Κώστιος, εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, γ’ εκδ. Αθήνα 1993.

15.   Καψωμένος Ερατοσθένης, Δημοτικό τραγούδι-μια διαφορετική προσέγγιση, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1996.

16.  Κυριακίδης Στίλπων, Το δημοτικό τραγούδι-Συναγωγή μελετών, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1978.

17. Κωνσταντινίδου Μαρία, Κοινωνιολογική ιστορία του ρεμπέτικου, εκδ. σέλας, Αθήνα 1994.

18.   Κώστιος Απόστολος, Μανώλης Καλομοίρης-Δημήτρης Μητρόπουλος, κείμενο στο: Ο Μανώλης Καλομοίρης και η ελληνική μουσική. Κείμενα από και για τον Μανώλη Καλομοίρη, εκδ. Φεστιβάλ Σάμου «Μανώλης Καλομοίρης», Σάμος 1997.

19.   Λεωτσάκος Γεώργιος, Χατζιδάκις Μάνος, λήμμα στο Groves Dictionary of music and musicians, τ. 9β, Αθήνα 1988, σελ. 421-22.

20.    --- Μανώλης Καλομοίρης, λήμμα στο Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1990-91.

21.   Levi-Strauss Claude, Μύθος και νόημα, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1986.

22.  --- Άγρια σκέψη, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1977.

23.    Lienhardt G., Κοινωνική ανθρωπολογία, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1997.

24.    Machlis Joseph, Introduction to Contemporary Music, Norton & Company, 2nd edition, New York 1979.

25.   Μαλλιάρας Νίκος, Το ελληνικό δημοτικό τραγούδι στη μουσική του Μανώλη Καλομοίρη, εκδ. Παπαγρηγορίου –Νάκας, Αθήνα 2001.

26.   Μανιάτης Διονύσης, Τσιτσάνης ο ατελείωτος, εκδ. Πιτσιλός, Αθήνα 1994

27.   Μερακλής Μ.Γ., Λαογραφικά Ζητήματα, εκδ. Χ. Μπούρα, Αθήνα 1989.

28.   Van der Merwe Peter, The origins of the popular style, Clarendon Press Oxford 1992.

29.    Μυλωνάς Κώστας, Ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, τ. 1, (1824-1960), τ. 2, (1960-70), τ. 3, (1970-1980), εκδ. Κέδρος, 5η έκδοση Αθήνα 1984, 1985, 1992.

30.      --- Η μουσική στον ελληνικό κινηματογράφο, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2001.

31.    Νef  Κarl, Ιστορία της Μουσικής, εκδ. Ν. Βότση, 2η έκδοση Αθήνα 1985.

32.    Nettl Bruno, Η μουσική στους πρωτόγονους πολιτισμούς, εκδ. κάλβος, Αθήνα 1979.

33.   Νοταράς Γιώργος, Το ελληνικό τραγούδι των τελευταίων 30 χρόνων, εκδ. Νέα σύνορα/ Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1990.

34.   Pilka  George, Ο κόσμος της μουσικής, εκδ. κάλβος, 2η έκδοση Αθήνα 1985.

35.    Πετρόπουλος Ηλίας, Ρεμπέτικα Τραγούδια, εκδ. Κέδρος, 6η έκδοση Αθήνα 1996.

36.   Ρωμανού Καίτη, Ιστορία της έντεχνης νέο-ελληνικής μουσικής, Αθήνα 2000.

37.    Σηφάκης Γρηγόρης, Για μια ποιητική του ελληνικού  δημοτικού τραγουδιού, Ηράκλειο, ΠΕΚ, 1988

38.     --- Μπέρλα Μπάρτοκ και δημοτικό τραγούδι,  ΠΕΚ, Ηράκλειο 1997.

39.   Σπυριδάκης Γ. Κ. - Περιστέρη Σ. Δ., Ελληνικά δημοτικά τραγούδια, τ. Γ’ (Μουσική Εκλογή), εκδ. Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα 1968.

40.   Stravinsky Igor, Μουσική Ποιητική, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1980.

41.    Τυροβολά Βασιλική, Ελληνικοί παραδοσιακοί χορευτικοί ρυθμοί, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1998.

42.     Φωσκαρίνης Θάνος, Ανοιχτές επιστολές στο Μ.Χ., εκδ. Μπάστας-Πλέσσας, Αθήνα 1996.

43.      --- Αφιέρωμα στο Μ.Χ., περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος Δεκεμβρίου 1997.

44.   Γκαίηλ, Ο δρόμος για το ρεμπέτικο, εκδ. Ντενίζ Χάρβεϊ, 5η έκδοση, 1995.

45.  Classical Music Encyclopedia, Collins, εκδ. Harper Collins Publishers, London 2000.

46.  Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, λήμμα Μάνος Χατζιδάκις, τ. 9β, Αθήνα 1988.

47.  Garland Encyclopedia of World Music, τ. 2, South America, Mexico, Central America and the Caribbean, εκδ. Garland Publishing, 1998.

48.   Garland Encyclopedia of World Music, τ. 8, Europe, εκδ. Garland Publishing, 1998.

49.    Λεξικό Ελλήνων Συνθετών, βιογραφικό-εργογραφικό, Συμεωνίδου Αλέκα, εκδ. Νάκας 1995.

50.   Λεξικό Μουσικής της Οξφόρδης, Kennedy Michael, τ. 1, τ. 2, τ. 3, εκδ. Oxford University Press, 1η έκδοση 1985, ελλ. εκδ. ΓΙΑΛΛΕΛΗ, Αθήνα 1989.

51.    Musik in Geschichte und Gegenwart, τ. 4, 2001, σελ. 786-787.

52.    New Grove Dictionary of Music and Musicians, λήμμα Μάνος Χατζιδάκις του Γ. Λεωτσάκου, edited by Stanley Sadie, τ. IX, 1η έκδοση Λονδίνο 1980.

53.   New Grove Dictionary of Music and Musicians, τ. 2, τ. 8, τ. 10, τ. 17, τ. 21, τ. 23, τ. 25, 2η έκδοση Λονδίνο 2001.

54.    Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, λήμμα Μανώλης Καλομοίρης του Γ. Λεωτσάκου, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1990-91.

55.    --- λήμμα Γέωργιος Λαμπελέτ του Γ. Λεωτσάκου, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1990-91.